Ου περάσεις σύνορο (?)

«Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα? Αν θυμηθεί λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Αν θυμηθεί λίγο περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά.»

Γ.ΣΕΦΕΡΗ: Ο κ. Στρατής Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο. (5. ΑΝΤΡΑΣ, στ. 32-35) (Γ. Σεφέρη «Ποιήματα», εκδ. ΙΚΑΡΟΣ)

Η αλήθεια είναι πως ενίοτε σε όρια, σύνορα και μεταβατικές ζώνες υπάρχει φύλακας. Αυτός ο φύλακας είναι συχνά σκυλί, bitch, με δόντια να τρίζουν. Ίσως το σκυλί θυμάται λίγο λιγότερο από ό,τι χρειάζεται τα καλά και λίγο περισσότερο τα κακά. Ίσως όχι. Είναι το σκυλί δίκαιο? Μπορεί και να είναι. Και αν είναι δίκαιο ποιος αποδίδει δικαιοσύνη στο σκυλί? Και αυτοί που κάνουνε το φρουρό στο σκυλί θυμούνται λίγο λιγότερο ή λίγο περισσότερο από ό,τι χρειάζεται τα καλά και τα κακά? Και η ελπίδα? Πού είναι η ελπίδα? Ποια ήταν η ελπίδα? Υπήρξε ποτέ, κρυμμένη μέσα στα λάθη και τις αποτυχίες μας, σαν ανάσα, ντροπαλή, να μας κρυφό-βλέπει? Έτσι αχνή και λιγομίλητη, θα μπορέσει ποτέ να μας συμφιλιώσει με τις συνέπειες της υπαρξιακής ατσαλοσύνης μας χωρίς να τις ωραιοποιεί? Όλες οι ζωές είναι ατελείς, και ίσως αυτό να είναι αρκετό για να μας συνδέσει και πάλι με την μεγάλη και χαοτική ήπειρο της ανθρωπότητας (χαοτική γιατί κανείς δεν ξέρει την απάντηση στο-τι ήταν αυτό-μια ολόκληρη ιστορία-που μόλις έγινε?). Μέσα στη σιωπή όλων που δεν ειπώθηκαν, όλων που δεν έχουν ακόμα ειπωθεί ή άγνοια τρεμοπαίζει σαν μια ασταθής νότα στο τραγούδι της μνήμης, αναποφάσιστη-και για αυτό αινιγματικά καθηλωτική στη ζωή.   

Υπάρχει καλωσόρισμα, καλό συναπάντημα και καλός αποχαιρετισμός πέρα από την διάθεση τιμωρίας που έχει ο φρουρός? Και αν ναι πού, πώς, με τι κλειδοκράτορες?       

Advertisements

Σχετικά με τον Υδροκεφαλισμό

Νομίζω πως υπάρχει ένα ιδιαίτερο είδος καταπίεσης που βιώνουν άτομα που ζουν στο χωριό αντί στην πόλη. Είναι αισθητή στο neediness με το οποίο κοιτάζουν τα αστικά κοινωνικά τοπία, το νοιώθεις κάθε φορά που τα άτομα από χωριό θυμούνται τα πάντα σχετικά με την πόλη, τα καφέ και τις δουλειές της, τους ανθρώπους της αλλά κανείς δεν θυμάται τα άτομα από το χωριό παρά μόνο ως μια γραφική καρικατούρα ή κάτι ενοχλητικό, loud, ή γενικά μη cool. Κάθε πρωί, με το γέννημα της μέρας, είναι εκεί αυτή η καταπίεση, στις κεντρομώλες εκτινάξεις προς την πόλη για δουλειά, για εκπαίδευση, για ένα καλημέρα, είναι εκεί στις φυγόκεντρες αποικιοκρατήσεις από την πόλη στο χωριό που πλάθουν στον κόσμο του χωριού σαν ένα δεύτερης κατηγορίας κόσμο ο οποίος χρειάζεται να μιμηθεί την πόλη αν θέλει ποτέ να αποκτήσει την αποδοχή του αστικού αποικιοκράτη. Είναι εκεί αυτή η εξουσιαστική δυναμική, μέσα στη χαρά και την επιθυμία της κεντρομώλας και της φυγόκεντρου που κρύβει στην ουσία έναν υπόγειο, άφατο εξευτελισμό. Πόσο συχνά, αλήθεια, είναι που άτομα της πόλης ψάχνουν αγωνιωδώς στα πρόσωπα ατόμων του χωριού για σημάδια αποδοχής? Κανείς δεν ιχνηλατεί τα δικά τους πρόσωπα παρά μόνο ως τοπία με τη δυναμική της μεταμόρφωσης σε κάτι αστικό-και όχι καν κάτι εξαιρετικά αστικό αλλά κάτι που μέσα στην νεοαποκτηθήσα αστικότητα του απλά τα βγάζει πέρα. Βεβαίως, πώς να ακμάσει άνθρωπος μέσα στα τόσα κεντρομώλα πήγαινε έλα? Ο άνθρωπος της πόλης έχει την ακινησία της εξουσίας. Τα χωριά υποβάλλουν φόρο τιμής κάθε μέρα στην αλαζονία και το ναρκισσισμό του. Η τριλογία Hungergames κάνει ένα πολύ valid επιχείρημα ως προς αυτό. Είναι η εικόνα αυτού του πολιτισμικού συμπτώματος, μεγεθυμένη. Τι πρόσβαση έχει το χωριό στη ζωή? Ρωτά ο άνθρωπος της πόλης, και έτσι δικαιολογεί τη δική του αυθεντικότητα και κατανοεί την κεντρομώλα ροή των ανθρώπων του χωριού καθώς και την επεκτατικά φυγόκεντρο δική του ως δίκαιη και αναπόφευκτη. Είναι, μήπως, όλα αυτά τα αυτοκίνητα που πάνε στη δουλειά ή στα γυμνάσια ή στα όσα, μέσα στο προνόμιό της, προσφέρει η πόλη, αναπηρικά καροτσάκια, ένα hand-I-cap/cap-in-hand, το ζητιάνεμα μιας αγάπης φτιαχτής που σπάνια παίρνει ανταπόκριση? Γιατί οι άνθρωποι του χωριού, στην τελική, να ζητάνε πρόσβαση στην ιστορία μπαίνοντας στις πόλεις? Η ζωή δεν πάει στην επαρχία για να πεθάνει. Η ζωή είναι παντού, κεντρομώλα, φυγόκεντρα, στις ακινησίες, στις εκτινάξεις, στο περπάτημα, στο πέσιμο, στο σήκωμα, στην απόρριψη, στην αποδοχή. Και αν κανείς δεν βλέπει αυτή τη ζωή στο χωριό, αν γίνεται απόσβεση αυτής της άδικης ανισοτιμίας, αν το χωριό παίρνει τα πολιτισμικά ξεροκόμματα κι αποφάγια της πόλης για να θρέψει τον εκπαιδευτικό υποσιτισμό του, και αν το τίμημα που πληρώνει από το να μην γνωρίζει τις πυκνές ροές της πόλης δεν είναι ίδιο με αυτό που θα πλήρωνε ο άνθρωπος της πόλης  με το να μην γνωρίζει τις ροές του χωριού έτσι όπως ρίχνει ένα σχεδόν τουριστικό (στην καλύτερη περίπτωση) gaze πάνω του τότε ίσως αυτή η σιωπή, η αποσιώπηση αυτού του είδους καταπίεσης, είναι μια σιωπή που χρειάζεται να της αντισταθούμε. Υπάρχει κάποιου είδους περηφάνια να βρεθεί μέσα σε αυτή τη λούμπεν κατάσταση? Έτσι όπως με απόλαυση συχνά το χωριό συναντά την πόλη για να πιάσει συναισθηματικά ψίχουλα και κεφάλαιο (οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, συμβολικό κλπ) μπορεί κάποιος να πει ότι η αστυφιλία είναι όντως ένα είδος φιλίας ή ένα είδος συσχετισμού που πάνω του έχουν εγγραφεί-χωρίς να τα αναγνωρίζουμε-κοινωνικοπολιτικά καταπιεστικά μοτίβα? Μπορεί ποτέ αυτή να γίνει μια σχέση με ίσους όρους που μέσα στην πολυπλοκότητά της να είναι απελευθερωτική? Και αν ναι, πού, πώς, με τι κλειδοκράτορες?

Σχετικά με το Δωρο

Σύμφωνα με τους νόμους wicca αυτό που δίνεις έρχεται και σε βρίσκει στο πολλαπλάσιό του. Αυτό είναι προβληματικό επειδή μπορεί πραγματικά να χαλάσει την αυθεντικότητα αυτού που δίνεις. Για παράδειγμα, δίνεις κάτι καλό επειδή περιμένεις να σου επιστραφεί από κάποια συμπαντική η έστω συστημική πρόνοια αυξημένο. Καταλήγεις υπολογιστικός και με εγωιστικά κίνητρα και όταν δίνεις ένα δώρο δεν σκέφτεσαι το άλλο άτομο αλλά την καρμική νέα δυναμική που θα προκαλέσει. Αυτή η διάβρωση της οικονομίας του δώρου δεν συμβαίνει μόνο ως προς τους κανόνες της wicca, συμβαίνει γενικά, ειδικά στις τωρινές καπιταλιστικές μας κοινωνίες. Είναι πραγματικά λυπηρό να βλέπεις να δίνει ο ένας δώρο σε κάποιο άλλο άτομο όχι από αγάπη, συντροφικότητα, για στερεοποίηση σχέσεων ή αποφυγή σύγκρουσης αλλά από κακοπροαίρετη υπολογιστικότητα. Αυτό ρουφά τη γενναιοδωρία σαν το βαμπίρ από το σώμα των διάφορων mileu ανθρώπινης συνδιαλλαγής. Τέτοιου είδους τσιγγουνιά σιγά σιγά γίνεται και συναισθηματική τσιγγουνιά με αποτέλεσμα να ξεκινούν προβλήματα όπως αυτό:

             Take that                                          =                      Take that!

take-that-gifttake that.png

 

 

 

ή αυτό:

gift exchange.png

 

Ο αιτών λαβών αλλά με τίμημα.

 

 

αντί για αυτό:

fairy-pic

 

σου δίνω χωρίς να περιμένω αντάλλαγμα

 

 

Η τσιγγουνιά, ειδικά του συναισθηματικού είδους, μια τσιγγουνιά την οποία μέσα στην καθημερινή ανακατωσούρα όλοι, λίγο πολύ, διαπράττουμε-τόσο προς τους εαυτούς μας όσο και προς τους άλλους-γεννά φόβο και φέρνει την καχυποψία μέσα στις κοινωνικές μας ζυμώσεις. Δεν δέχεσαι, εν τέλει, κανένα δώρο άφοβα. Αυτή η υποψία αρχίζει να σε τρώει και να διαβρώνει ό,τι εύθραυστη εμπιστοσύνη είχε χτιστεί μέσα στον ιστό των εξίσου εύθραυστων στις μέρες μας ανθρωπίνων σχέσεων. Αρχίζεις να ρωτάς: Ποια είναι η πηγή του δώρου? Θέλει να με βλάψει? Ποιο είναι το κίνητρο πίσω από αυτό το δόσιμο? Η καχυποψία απέναντι στο δώρο απομυζά την αυθεντικότητα των συσχετισμών μας και δημιουργεί μπλοκαρίσματα στις ροές μας, υλικές, συναισθηματικές, κοινωνικές κάθε είδους. Μπροστά σε ένα τέτοιο άδειασμα τι κάνεις? Τι κάνεις όταν το milieu σου είναι τέτοιο που το δώρο στην μη υπολογιστική του μορφή έχει εξαφανιστεί? Πας με το ρεύμα και γίνεσαι και εσύ υπολογιστική για να επιβιώσεις? Υπάρχει έξοδος από αυτό το αποδυναμωτικό loop? Και αν υπάρχει, που? πώς? με τι κλειδοκράτορες?